δρομοκροτίδα

η
καψούλι τού οποίου την έκρηξη χρησιμοποιούν οι σιδηροδρομικοί ως βοηθητικό μέσο για σηματοδότηση τού αποκλεισμού τής σιδηροδρομικής γραμμής σε περιπτώσεις ανάγκης.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • πυροκρόταλο — το, Ν το καψούλι τού οποίου την έκρηξη χρησιμοποιούν οι σιδηροδρομικοί ως βοηθητικό μέσο για σηματοδότηση τού αποκλεισμού τής σιδηροδρομικής γραμμής σε περιπτώσεις ανάγκης, αλλ. δρομοκροτίδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < πυρ* + κρόταλο. Η λ., στον πληθ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.